EIOPA: Η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης δεν λύνεται αλλάζοντας την αποστολή των εποπτικών αρχών
Ακολουθήστε μας στο Linkedin και συνδεθείτε με άλλους επαγγελματίες του κλάδου
Η συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης έχει επανέλθει δυναμικά στο προσκήνιο, καθώς οι πρόσφατες μεταβολές στην παγκόσμια οικονομία ανέδειξαν μια δυσάρεστη πραγματικότητα: η ευρωπαϊκή οικονομία δυσκολεύεται να διατηρήσει τον ρυθμό και τη δυναμική της έναντι άλλων μεγάλων αγορών.
Οι αιτίες είναι πολλές και σύνθετες. Το υψηλό ενεργειακό κόστος, ο κατακερματισμός της εσωτερικής αγοράς, η περιορισμένη πρόσβαση σε κεφάλαια για την ανάπτυξη επιχειρήσεων μεγαλύτερης κλίμακας, αλλά και η πολυπλοκότητα των κανόνων —ιδίως στον χρηματοπιστωτικό τομέα— έχουν βρεθεί στο επίκεντρο της κριτικής.
Η απλοποίηση του ρυθμιστικού πλαισίου αποτελεί αναμφίβολα μέρος της λύσης. Ωστόσο, η ανανεωμένη έμφαση της Ευρώπης στην ανταγωνιστικότητα και στη μείωση της κανονιστικής επιβάρυνσης έχει οδηγήσει και σε πιο φιλόδοξες προτάσεις, μεταξύ των οποίων και η ιδέα να δοθεί στις ευρωπαϊκές χρηματοπιστωτικές εποπτικές αρχές μια ρητή εντολή προώθησης της ανταγωνιστικότητας.
Η πρόταση αυτή μπορεί να φαίνεται ελκυστική για τις επιχειρήσεις. Το επιχείρημα υπέρ της, όμως, είναι λιγότερο προφανές.
Ο κίνδυνος μιας συμβολικής αλλά προβληματικής αλλαγής
Για τις χρηματοπιστωτικές εποπτικές αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μια τέτοια εντολή θα ήταν σε μεγάλο βαθμό συμβολική. Δεν θα αντιμετώπιζε τους διαρθρωτικούς παράγοντες που καθορίζουν την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης και θα άφηνε τις εποπτικές αρχές με περιορισμένα ουσιαστικά εργαλεία για να επηρεάσουν τις οικονομικές εξελίξεις.
Αντίθετα, θα μπορούσε να δημιουργήσει σύγχυση ως προς τις προτεραιότητες της εποπτείας, να αποδυναμώσει την αξιοπιστία των εποπτικών αρχών και, τελικά, να θέσει σε κίνδυνο την εμπιστοσύνη στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Οι υποστηρικτές μιας ρητής εντολής ανταγωνιστικότητας συχνά υπονοούν ότι οι πιο χαλαροί κανόνες και η λιγότερο παρεμβατική εποπτεία θα ωφελούσαν αυτόματα τις επιχειρήσεις και την οικονομία συνολικά. Η χρηματοπιστωτική ιστορία, όμως, δεν επιβεβαιώνει αυτή την υπόθεση. Περίοδοι κανονιστικής χαλάρωσης, που εφαρμόστηκαν στο όνομα της ανάπτυξης, οδήγησαν συχνά στη δημιουργία των προϋποθέσεων για μελλοντικές κρίσεις.
Το αποτέλεσμα σπάνια ήταν η βιώσιμη ανταγωνιστικότητα. Αντίθετα, πολλές φορές προέκυψε ένας κύκλος βραχυπρόθεσμων κερδών και επώδυνων διορθώσεων.
Η λανθασμένη διάγνωση του προβλήματος
Η πρόταση ξεκινά από μια προβληματική παραδοχή: ότι οι δυσκολίες της Ευρώπης στην ανταγωνιστικότητα μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσω αλλαγών στην εντολή των εποπτικών αρχών. Στην πραγματικότητα, οι βασικές αιτίες βρίσκονται αλλού.
Παράγοντες όπως η φορολογία, το νομικό πλαίσιο, η διάρθρωση των αγορών, οι συνθήκες εργασίας, οι δεξιότητες, η έρευνα και ανάπτυξη, αλλά και το κόστος και η διαθεσιμότητα χρηματοδότησης, βρίσκονται σε μεγάλο βαθμό εκτός των αρμοδιοτήτων των εποπτικών αρχών.
Η συμβολή της χρηματοπιστωτικής ρύθμισης στην ανταγωνιστικότητα είναι επομένως έμμεση και περιορισμένη. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ασήμαντη. Σημαίνει όμως ότι δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις βαθύτερες οικονομικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται η Ευρώπη.
Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, η EIOPA ήδη συμβάλλει στη διαμόρφωση των συνθηκών που στηρίζουν την ανταγωνιστικότητα. Μέσω του ιδρυτικού της κανονισμού, έχει ως αποστολή τη βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, την προώθηση της συνεπούς εποπτείας και την αποτροπή του ρυθμιστικού αρμπιτράζ.
Οι στόχοι αυτοί μπορεί να ακούγονται τεχνικοί, αποτελούν όμως βασικά θεμέλια μιας ανταγωνιστικής αγοράς.
Παράλληλα, η εντολή της EIOPA προβλέπει ότι πρέπει να λαμβάνει υπόψη το κόστος και τα οφέλη των ενεργειών της, καθώς και να εφαρμόζει την αρχή της αναλογικότητας, ανάλογα με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που αναλαμβάνουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Η πρόσφατη εργασία της στον τομέα της κανονιστικής απλοποίησης δείχνει επίσης ότι η Αρχή επιδιώκει να στηρίξει την ανταγωνιστικότητα εκεί όπου αυτό είναι εύλογο και εφικτό.
Η εμπιστοσύνη ως θεμέλιο ανταγωνιστικότητας
Μία από τις σημαντικότερες συνεισφορές των εποπτικών αρχών στην ανταγωνιστικότητα είναι η εμπιστοσύνη.
Η ασφάλιση και οι συντάξεις βασίζονται σε υποσχέσεις που συχνά εκτείνονται σε βάθος δεκαετιών. Η ικανότητα του κλάδου να κινητοποιεί αποταμιεύσεις, να στηρίζει επενδύσεις και να παρέχει χρηματοοικονομική ασφάλεια εξαρτάται από την εμπιστοσύνη ότι οι επιχειρήσεις θα παραμείνουν ανθεκτικές μέσα στους οικονομικούς κύκλους και σε περιόδους έντονης πίεσης στις αγορές.
Αυτή η εμπιστοσύνη δεν δημιουργείται παρά την ύπαρξη ισχυρών κανόνων. Δημιουργείται ακριβώς επειδή υπάρχουν ισχυροί κανόνες.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Ευρώπη φιλοξενεί μερικούς από τους μεγαλύτερους και πιο διεθνώς δραστήριους ασφαλιστικούς και αντασφαλιστικούς ομίλους στον κόσμο. Η σταθερότητα, η εποπτική συνέπεια και η προβλεψιμότητα αποτελούν στοιχεία που ενισχύουν, και όχι αποδυναμώνουν, τη θέση της ευρωπαϊκής ασφαλιστικής αγοράς.
Η σχετική συζήτηση κινδυνεύει επομένως να δημιουργήσει ένα ψευδές δίλημμα ανάμεσα στην ανταγωνιστικότητα και τη σταθερότητα. Τα δύο δεν είναι αντίθετα μεταξύ τους. Ένας σταθερός και καλά εποπτευόμενος χρηματοπιστωτικός τομέας προσελκύει επενδύσεις, μειώνει την αβεβαιότητα και δημιουργεί τη βάση για βιώσιμη ανάπτυξη.
Σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξανόμενης αβεβαιότητας, η σταθερότητα και η προβλεψιμότητα αποτελούν πλέον ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα. Οι χαλαροί κανόνες μπορεί να δημιουργήσουν βραχυπρόθεσμα οφέλη, όμως δεν προσφέρουν παρά μια ψευδαίσθηση μακροπρόθεσμης ανταγωνιστικότητας.
Πού πρέπει να βρίσκεται η ευθύνη των πολιτικών επιλογών
Πιο ουσιαστικά, μια ρητή εντολή ανταγωνιστικότητας δεν θα δημιουργούσε μόνο συγκρουόμενους ή, στην καλύτερη περίπτωση, ασαφείς στόχους για τις εποπτικές αρχές. Θα θόλωνε και τη γραμμή που διαχωρίζει την πολιτική ευθύνη από την τεχνική εποπτεία.
Η ανταγωνιστικότητα εξαρτάται τελικά από επιλογές γύρω από τον κίνδυνο: πόση ανθεκτικότητα είναι διατεθειμένη μια κοινωνία να ανταλλάξει για υψηλότερες αποδόσεις, χαμηλότερα κόστη ή ταχύτερη ανάπτυξη. Αυτές οι επιλογές είναι βαθιά πολιτικές και πρέπει να παραμένουν στα χέρια των νομοθετών και των κυβερνήσεων.
Οι ανεξάρτητες τεχνικές εποπτικές αρχές δεν πρέπει να ωθούνται σε έναν ρόλο που ανήκει στην πολιτική διαδικασία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ρύθμιση πρέπει να μένει στο απυρόβλητο. Αντιθέτως, οι εποπτικές αρχές οφείλουν να αξιολογούν διαρκώς αν οι απαιτήσεις παραμένουν αναγκαίες, αναλογικές και αποτελεσματικές. Υποχρεώσεις αναφοράς που δεν εξυπηρετούν πλέον σαφή σκοπό πρέπει να επανεξετάζονται. Κανόνες που είναι αδικαιολόγητα σύνθετοι ή που εξακολουθούν να κατακερματίζουν την ενιαία αγορά πρέπει να απλοποιούνται ή να αφαιρούνται.
Η ασφαλιστική βιομηχανία θα πρέπει επίσης να συμμετέχει ενεργά στον εντοπισμό των πεδίων όπου οι κανόνες μπορούν να γίνουν πιο απλοί, χωρίς να υπονομεύονται οι εποπτικοί στόχοι.
Εκεί πρέπει να εστιαστεί η συζήτηση.
Η Ευρώπη δεν χρειάζεται εποπτικές αρχές με πολιτικές εντολές. Χρειάζεται πιο έξυπνη ρύθμιση, βαθύτερες κεφαλαιαγορές και μια πραγματικά ολοκληρωμένη ενιαία αγορά. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις θα ενίσχυαν την ανταγωνιστικότητα πολύ περισσότερο από την προσθήκη ενός νέου ρόλου στις εποπτικές αρχές.
Η πρόκληση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας είναι πραγματική και απαιτεί αποφασιστικές πολιτικές απαντήσεις. Οι εποπτικές αρχές θα συμβάλουν πιο αποτελεσματικά στην ευημερία της Ευρώπης παραμένοντας προσηλωμένες στον λόγο για τον οποίο δημιουργήθηκαν: τη διασφάλιση ενός σταθερού, αξιόπιστου και ανθεκτικού χρηματοπιστωτικού συστήματος προς όφελος των καταναλωτών.