Από την τράπεζα στην ΕΒΑ και πίσω: Ο δύσκολος δρόμος του καταναλωτή για αποκατάσταση
Ακολουθήστε μας στο Linkedin και συνδεθείτε με άλλους επαγγελματίες του κλάδου
Το Κοινό Συμβούλιο Προσφυγών των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών (ΕΒΑ, EIOPA και ESMA) εξέδωσε απόφαση με την οποία κήρυξε απαράδεκτη την προσφυγή που άσκησε ιδιώτης κατά της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (ΕΒΑ).
Τι συνέβη
Η υπόθεση ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2024, όταν η φινλανδική τράπεζα S-Bank Plc έκλεισε απότομα τον τραπεζικό λογαριασμό του προσφεύγοντος και αρνήθηκε να του παρέχει υπηρεσίες. Ο ίδιος αμφισβήτησε αυτή την απόφαση, υποστηρίζοντας ότι ήταν αδικαιολόγητη, δεδομένου ότι διέμενε νόμιμα στην ΕΕ, δεν περιλαμβανόταν σε κανέναν κατάλογο κυρώσεων και είχε παράσχει επαρκή στοιχεία ταυτοποίησης.
Στη συνέχεια, κατέφυγε σε μια σειρά από αρχές και θεσμικά όργανα αναζητώντας λύση: αρχικά στο FINE (Γραφείο Χρηματοοικονομικού Διαμεσολαβητή Φινλανδίας), στη συνέχεια στην αρμόδια εθνική εποπτική αρχή (FIN-FSA) και τελικά στην ίδια την ΕΒΑ. Ωστόσο, καμία από αυτές τις διαδρομές δεν κατέληξε σε ουσιαστική επίλυση του ζητήματός του, με τις περισσότερες να τον παραπέμπουν είτε στην ίδια την τράπεζα είτε σε άλλο φορέα.
Η ΕΒΑ αποφάσισε να μην ανοίξει έρευνα
Όταν ο προσφεύγων κατέθεσε παράπονο στην ΕΒΑ, η τελευταία απάντησε τον Φεβρουάριο του 2026 ότι δεν διαπίστωσε ενδείξεις παραβίασης του ενωσιακού δικαίου από την FIN-FSA και αποφάσισε να μην κινήσει διαδικασία έρευνας. Ο προσφεύγων αμφισβήτησε αυτή την απόφαση ενώπιον του Κοινού Συμβουλίου Προσφυγών.
Η απόφαση του Συμβουλίου Προσφυγών
Το Συμβούλιο Προσφυγών, αφού εξέτασε διεξοδικά την υπόθεση, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη. Σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο και τη νομολογία των ευρωπαϊκών δικαστηρίων, η απόφαση της ΕΒΑ να μην κινήσει έρευνα αποτελεί αμιγώς διακριτική ευχέρεια. Δηλαδή, κανείς δεν μπορεί να υποχρεώσει την ΕΒΑ να ερευνήσει μια υπόθεση, και η σχετική απόφασή της δεν υπόκειται σε δικαστικό ή διοικητικό έλεγχο, ούτε από το Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ, ούτε από το ίδιο το Συμβούλιο Προσφυγών.
Το Συμβούλιο εξέτασε επίσης αν τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία της υπόθεσης διέφεραν από προηγούμενες αποφάσεις και τη σχετική νομολογία κατά τρόπο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετικό συμπέρασμα. Δεν διαπιστώθηκε κανένα τέτοιο διαφοροποιητικό στοιχείο.
Στην απόφασή του, το Συμβούλιο αναγνωρίζει την πολυπλοκότητα που αντιμετωπίζουν οι καταναλωτές χρηματοοικονομικών υπηρεσιών όταν αναζητούν αποκατάσταση βλάβης, σημειώνοντας ωστόσο ότι αυτό δεν αρκεί για να θεμελιώσει αρμοδιότητα εκ μέρους του.
Τι σημαίνει αυτό για τους καταναλωτές
Η απόφαση αυτή αναδεικνύει ένα σημαντικό κενό στην προστασία των καταναλωτών σε επίπεδο ΕΕ: όταν ένας ιδιώτης πολίτης αντιμετωπίζει πρόβλημα με χρηματοπιστωτικό ίδρυμα και οι εθνικές αρχές δεν παρεμβαίνουν ουσιαστικά, οι δυνατότητές του να φτάσει σε ευρωπαϊκό επίπεδο και να επιτύχει κάποιο αποτέλεσμα παραμένουν εξαιρετικά περιορισμένες.
Το Κοινό Συμβούλιο Προσφυγών είναι κοινό όργανο των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών, αποτελούμενο από ανεξάρτητα μέλη, και εξετάζει προσφυγές κατά αποφάσεων της ΕΒΑ, της ESMA και της EIOPA, βάσει των αντίστοιχων κανονισμών ίδρυσής τους. Η απόφαση εκδόθηκε στις 30 Ιουνίου 2026.