Ασφάλιση: Γιατί η τιμή δεν πρέπει να είναι το πρώτο κριτήριο επιλογής συμβολαίου
Ακολουθήστε μας στο Linkedin και συνδεθείτε με άλλους επαγγελματίες του κλάδου
Το κόστος του ασφαλιστηρίου δεν πρέπει να είναι το πρώτο κριτήριο επιλογής. Οι ειδικοί εξηγούν γιατί η λανθασμένη προσέγγιση μπορεί να αφήσει τον ασφαλισμένο απροστάτευτο ακριβώς τη στιγμή που το χρειάζεται περισσότερο.
Το κόστος ενός ασφαλιστικού προγράμματος αποτελεί έναν από τους πιο καθοριστικούς παράγοντες για τον μέσο πολίτη-καταναλωτή που επιθυμεί να ασφαλιστεί. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που επιλέγουν συμβόλαιο αποκλειστικά βάσει της τιμής του, χωρίς να εξετάζουν διεξοδικά τι ακριβώς καλύπτει. Αυτή η προσέγγιση, όμως, μπορεί τελικά να αποδειχθεί πολυδάπανη λάθος επιλογή.
Η τιμή δεν λέει πάντα την αλήθεια
Σε κάθε κατηγορία ασφάλισης, από την πιο απλή, όπως η ασφάλιση αυτοκινήτου, έως τις πιο σύνθετες, όπως η ασφάλιση υγείας ή η ασφάλιση μιας επιχείρησης, το κόστος μπορεί να κυμαίνεται σε ευρύ φάσμα. Ο λόγος είναι απλός: όσο λιγότερες καλύψεις και κινδύνους περιλαμβάνει ένα συμβόλαιο, τόσο χαμηλότερο είναι και το ασφάλιστρο.
Είναι αλήθεια ότι ένα οικονομικό πρόγραμμα παραμένει προτιμότερο από το να μην έχει κανείς καμία ασφαλιστική κάλυψη. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η τιμή πρέπει να γίνει το κυρίαρχο κριτήριο επιλογής.
Τι λένε οι ασφαλιστές
Οι επαγγελματίες του κλάδου είναι κατηγορηματικοί: όποιος ασφαλίζεται δεν πρέπει να ξεκινά από το ερώτημα «πόσο θα με κοστίσει;», αλλά από το «τι χρειάζομαι να καλύψω;». Η σωστή διαδικασία ξεκινά με την καταγραφή των πραγματικών αναγκών και την επιλογή των κατάλληλων καλύψεων. Μόνο έπειτα διαμορφώνεται ένα πλήρες ασφαλιστικό πρόγραμμα που προσφέρει στον κάτοχό του την προστασία που πραγματικά χρειάζεται.
Στην αντίθετη περίπτωση, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι εξαιρετικά επώδυνο: ο ασφαλισμένος ανακαλύπτει ότι το συμβόλαιό του δεν επαρκεί ακριβώς τη στιγμή που το έχει ανάγκη. Η ασφάλιση που έδειχνε «οικονομική» αποδεικνύεται τελικά «φτωχή» στο περιεχόμενό της.
Κάθε ασφαλισμένος έχει διαφορετικές ανάγκες
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα που προκύπτουν από τη συζήτηση γύρω από το κόστος είναι ότι δεν υπάρχει ένα ενιαίο ασφαλιστικό πρόγραμμα που να καλύπτει όλους εξίσου. Ναι, κάποιες βασικές ανάγκες είναι κοινές, όμως στη συνέχεια απαιτείται εξατομίκευση.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: δύο επιχειρήσεις με διαφορετικό εξοπλισμό, διαφορετικό αντικείμενο δραστηριότητας και διαφορετικό αριθμό εργαζομένων δεν μπορούν να έχουν τις ίδιες ασφαλιστικές ανάγκες. Αντίστοιχα, δύο άνθρωποι που ασφαλίζουν την υγεία τους δεν χρειάζονται απαραίτητα τις ίδιες καλύψεις, καθώς η ηλικία, η κατάσταση υγείας, ο τρόπος ζωής και οι οικονομικές δυνατότητες διαφέρουν από άτομο σε άτομο.
Αυτές ακριβώς οι ιδιαιτερότητες είναι που καθορίζουν τελικά και το κόστος κάθε ασφαλιστικού προγράμματος.
Η σωστή σειρά: ανάγκες πρώτα, κόστος μετά
Το συμπέρασμα είναι σαφές: όταν κάποιος ξεκινά τη διαδικασία ασφάλισης, το πρώτο βήμα είναι να καθίσει με τον ασφαλιστή του και να καταγράψουν μαζί τις ανάγκες του σε καλύψεις. Στη συνέχεια, αφού διαμορφωθεί το κατάλληλο πρόγραμμα, έρχεται η αξιολόγηση του κόστους, και όχι το αντίθετο.
Η ασφάλιση δεν είναι απλώς μια ετήσια δαπάνη. Είναι ένα δίχτυ ασφαλείας που, αν δεν έχει υφανθεί σωστά, μπορεί να μην κρατήσει ακριβώς τη στιγμή που θα χρειαστεί να μας συγκρατήσει.