Το νέο ασφαλιστικό αδιέξοδο της Ευρώπης: Ποιος θα πληρώνει όταν οι φυσικές καταστροφές γίνονται ο κανόνας;
Ακολουθήστε μας στο Linkedin και συνδεθείτε με άλλους επαγγελματίες του κλάδου
Οι ολοένα συχνότερες και πιο καταστροφικές φυσικές καταστροφές δημιουργούν ένα νέο και ιδιαίτερα δύσκολο περιβάλλον για την ευρωπαϊκή ασφαλιστική αγορά. Πλημμύρες, πυρκαγιές, καταιγίδες και παρατεταμένοι καύσωνες δεν αυξάνουν απλώς το ύψος των αποζημιώσεων, αλλά θέτουν πλέον ένα πολύ πιο θεμελιώδες ερώτημα: θα εξακολουθούν όλες οι περιοχές της Ευρώπης να μπορούν να ασφαλιστούν με οικονομικά βιώσιμους όρους;
Το ζήτημα αναδεικνύει σε πρόσφατο δημοσίευμά του το Politico, με αφορμή τις μεγάλες πυρκαγιές που απείλησαν ακόμη και τις παρυφές του Μπορντό και της Μαδρίτης. Περιοχές που μέχρι πριν από λίγα χρόνια δεν θεωρούνταν χαρακτηριστικές ζώνες υψηλού κινδύνου βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με ακραία φαινόμενα, υποχρεώνοντας ασφαλιστικές εταιρείες, εποπτικές αρχές και κυβερνήσεις να επανεξετάσουν τον τρόπο με τον οποίο τιμολογείται και μοιράζεται ο κλιματικός κίνδυνος.
Το protection gap της Ευρώπης μεγαλώνει
Στην καρδιά του προβλήματος βρίσκεται το λεγόμενο insurance protection gap, δηλαδή η διαφορά μεταξύ των συνολικών οικονομικών ζημιών που προκαλούν οι φυσικές καταστροφές και εκείνων που τελικά καλύπτονται από ασφαλιστήρια συμβόλαια.
Τα στοιχεία είναι ενδεικτικά της έκτασης του προβλήματος. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την EIOPA, μόλις περίπου το 25% των οικονομικών ζημιών από φυσικές καταστροφές που σχετίζονται με το κλίμα είναι ασφαλισμένο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ σε ορισμένες χώρες το ποσοστό υποχωρεί ακόμη και κάτω από το 5%. Οι ευρωπαϊκές αρχές εκτιμούν ότι το κενό αυτό κινδυνεύει να διευρυνθεί περαιτέρω όσο εντείνεται η κλιματική αλλαγή.
Η EIOPA έχει προειδοποιήσει παράλληλα ότι σε περιοχές υψηλού κινδύνου η ασφάλιση μπορεί σταδιακά να γίνει είτε εξαιρετικά ακριβή είτε ακόμη και μη διαθέσιμη, καθώς οι ασφαλιστές ενδέχεται να περιορίζουν την κάλυψη ή να εισάγουν περισσότερες εξαιρέσεις. Η γερμανική ασφαλιστική ένωση έχει, σύμφωνα με την EIOPA, προειδοποιήσει ότι τα ασφάλιστρα περιουσίας θα μπορούσαν ακόμη και να διπλασιαστούν μέσα σε μία δεκαετία λόγω των αυξανόμενων ζημιών που σχετίζονται με το κλίμα.
Όταν η ασφάλιση γίνεται ακριβότερη ή εξαφανίζεται
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί μία δύσκολη εξίσωση.
Από τη μία πλευρά, οι ασφαλιστικές εταιρείες πρέπει να τιμολογούν τον κίνδυνο με τρόπο που να αντανακλά τη νέα πραγματικότητα. Όσο αυξάνεται η πιθανότητα και η ένταση μιας καταστροφής, τόσο αυξάνεται και το απαιτούμενο ασφάλιστρο, η ανάγκη για αντασφαλιστική προστασία και το κεφάλαιο που πρέπει να δεσμεύεται για την ανάληψη του κινδύνου.
Από την άλλη, υπάρχει ένα σημείο πέρα από το οποίο το κόστος της κάλυψης μπορεί να γίνει απαγορευτικό για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Και όταν η ιδιωτική ασφάλιση παύει να είναι οικονομικά προσιτή, το κόστος δεν εξαφανίζεται. Απλώς μεταφέρεται.
Το αναλαμβάνουν οι ιδιοκτήτες περιουσίας, οι επιχειρήσεις ή, τελικά, το κράτος μέσω αποζημιώσεων και προγραμμάτων αποκατάστασης. Όπως επισημαίνει και η EIOPA, οι κυβερνήσεις κινδυνεύουν έτσι να μετατραπούν όλο και περισσότερο σε «ασφαλιστή τελευταίας καταφυγής», με σημαντικές συνέπειες για τα δημόσια οικονομικά.
Το Politico περιγράφει ουσιαστικά το δίλημμα που σχηματίζεται: είτε οι κυβερνήσεις θα αναλαμβάνουν μεγαλύτερο μέρος του κόστους ώστε να συγκρατούνται τα ασφάλιστρα και να παραμένει διαθέσιμη η κάλυψη είτε μέρος των πολιτών και των επιχειρήσεων θα μένει χωρίς ουσιαστική προστασία απέναντι σε πλημμύρες, πυρκαγιές και άλλες καταστροφές.
Η ασφάλιση συνδέεται πλέον και με την αξία της περιουσίας
Οι συνέπειες δεν σταματούν στην ασφαλιστική αγορά.
Όταν ένα ακίνητο δεν μπορεί να ασφαλιστεί ή μπορεί να ασφαλιστεί μόνο με εξαιρετικά υψηλό κόστος, επηρεάζεται δυνητικά και η εμπορική του αξία, αλλά και η δυνατότητα χρηματοδότησής του.
Η EIOPA επισημαίνει ότι σε περιοχές υψηλού κινδύνου η μειωμένη διαθεσιμότητα ασφαλιστικής κάλυψης μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε προβλήματα πρόσβασης σε στεγαστικά δάνεια. Πρόκειται συνεπώς για έναν κίνδυνο που μπορεί να περάσει από την ασφάλιση στην αγορά ακινήτων και από εκεί στο ευρύτερο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Στο τραπέζι ευρωπαϊκό αντασφαλιστικό σχήμα και Ταμείο Καταστροφών
Ακριβώς γι’ αυτό η συζήτηση έχει πλέον μεταφερθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η EIOPA έχουν προτείνει τη δημιουργία μιας δομής δύο πυλώνων για τη διαχείριση των φυσικών καταστροφών στην ΕΕ.
Ο πρώτος πυλώνας αφορά ένα ευρωπαϊκό δημόσιο-ιδιωτικό αντασφαλιστικό σχήμα, το οποίο θα συγκεντρώνει κινδύνους από διαφορετικές χώρες και διαφορετικές φυσικές καταστροφές. Στόχος είναι η μεγαλύτερη διασπορά του κινδύνου και η ενίσχυση της ασφαλιστικής ικανότητας εκεί όπου η έκθεση είναι υψηλή.
Ο δεύτερος αφορά τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού Ταμείου για τη χρηματοδότηση φυσικών καταστροφών, με πόρους από τα κράτη-μέλη. Το Ταμείο θα μπορούσε να συμβάλλει στην αποκατάσταση δημόσιων υποδομών μετά από μεγάλες καταστροφές, υπό την προϋπόθεση ότι τα κράτη θα έχουν ήδη υλοποιήσει συγκεκριμένα μέτρα πρόληψης και περιορισμού του κινδύνου.
Η λογική είναι ότι οι εξαιρετικά μεγάλες και συσχετισμένες κλιματικές ζημιές δύσκολα μπορούν να αντιμετωπιστούν αποκλειστικά από την ιδιωτική ασφαλιστική αγορά.
Από την αποζημίωση στην πρόληψη
Η συζήτηση, ωστόσο, δεν περιορίζεται στο ποιος θα χρηματοδοτήσει τις μελλοντικές αποζημιώσεις.
Η EIOPA επιμένει ιδιαίτερα στην ανάγκη για πρόληψη, προσαρμογή και mitigation του κινδύνου, καθώς οποιοδήποτε ασφαλιστικό ή δημόσιο χρηματοδοτικό μοντέλο δεν μπορεί μακροπρόθεσμα να λειτουργήσει εάν οι πραγματικές ζημιές συνεχίζουν να αυξάνονται ανεξέλεγκτα.
Η ενίσχυση της αντιπλημμυρικής προστασίας, η καλύτερη διαχείριση των δασικών εκτάσεων, οι ανθεκτικότερες κατασκευές και οι επενδύσεις σε υποδομές αποτελούν πλέον αναπόσπαστο μέρος της συζήτησης για την ασφαλισιμότητα. Παράλληλα, η ασφαλιστική αγορά καλείται να ενσωματώνει όλο και περισσότερο τέτοιες παρεμβάσεις στο underwriting και στην τιμολόγηση, επιβραβεύοντας εκείνους που μειώνουν ουσιαστικά την έκθεσή τους στον κίνδυνο.
Το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής μετατρέπεται έτσι σταδιακά από ένα ζήτημα αυξημένων ασφαλιστικών αποζημιώσεων σε μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για το ίδιο το μοντέλο ασφάλισης φυσικών καταστροφών στην Ευρώπη.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πόσο θα κοστίζουν οι επόμενες πυρκαγιές ή πλημμύρες, αλλά πώς θα διατηρηθεί ο κίνδυνος ασφαλίσιμος και η κάλυψη οικονομικά προσιτή σε έναν κόσμο όπου τα ακραία φαινόμενα γίνονται συχνότερα και εντονότερα.