Υπουργός Εργασίας: «Η συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση έχει και βαθιά κοινωνική υφή»
Ακολουθήστε μας στο Linkedin και συνδεθείτε με άλλους επαγγελματίες του κλάδου
Μητέρες, ανάπηροι, άτυποι φροντιστές και φοιτητές ανάμεσα στους βασικούς ωφελούμενους της μεταρρύθμισης. Ο Υπουργός Εργασίας αναλύει τα κρίσιμα σημεία του νομοσχεδίου και θέτει τους όρους για διάλογο.
Η συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση που προωθεί η κυπριακή κυβέρνηση δεν εξαντλείται στις αυξήσεις των συντάξεων ή στη μείωση του πέναλτι του 12%. Πίσω από τους αριθμούς κρύβεται μια σαφής κοινωνική φιλοσοφία, η οποία αφορά ευάλωτες ομάδες που μέχρι σήμερα παρέμεναν στο περιθώριο της ασφαλιστικής κάλυψης. Ο Υπουργός Εργασίας, Μαρίνος Μουσιούττας, μίλησε αναλυτικά για τις επιλογές της κυβέρνησης, ξεκαθάρισε ζητήματα που έχουν δημιουργήσει σύγχυση και έθεσε τις δύο προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες είναι ανοικτός σε εισηγήσεις.
46 χρόνια αναμονής
Η τελευταία συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση στην Κύπρο πραγματοποιήθηκε το 1980. Έκτοτε έχουν παρέλθει 46 χρόνια, καθιστώντας την παρούσα μεταρρύθμιση αδήριτη αναγκαιότητα. Ο Μουσιούττας σημειώνει ότι η διαδικασία ξεκίνησε από τον προκάτοχό του, Γιάννη Παναγιώτου, πριν από περίπου δύο χρόνια, με την κλήση αναλογιστών από το Διεθνές Γραφείο Εργασίας (ILO), οι οποίοι πραγματοποίησαν τις απαραίτητες μελέτες και διαμόρφωσαν τις προτάσεις τους με βάση τη σημερινή κυπριακή πραγματικότητα.
«Άλλη η Κύπρος του 1980 και άλλη του 2026», τονίζει χαρακτηριστικά, υπενθυμίζοντας ότι η μεταρρύθμιση δεν αφορά μόνο το παρόν αλλά και τις επόμενες τέσσερις έως πέντε δεκαετίες. «Θέλουμε περισσότερη δικαιοσύνη, επάρκεια και ασφάλεια για κάθε γενιά», διευκρινίζει, εξηγώντας ότι οι αυξήσεις στις συντάξεις κλιμακώνονται με βάση κριτήρια όπως τα χρόνια και το ύψος των εισφορών.
Η κοινωνική διάσταση που δεν προβλήθηκε αρκετά
Ένα από τα σημεία που δεν έχουν λάβει την προσοχή που τους αξίζει είναι οι παρεμβάσεις κοινωνικού χαρακτήρα που περιλαμβάνει το νομοσχέδιο. Ο Μουσιούττας περιγράφει συγκεκριμένες κατηγορίες που θα ωφεληθούν:
Μητέρες με μικρά παιδιά: Το κράτος, μέσω των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, θα επιδοτεί τη φροντίδα κάθε παιδιού για τρία χρόνια, καταβάλλοντας εκ μέρους των μητέρων τις αντίστοιχες εισφορές στο Ταμείο. Αυτά τα χρόνια θα προσμετρώνται στο τελικό ποσό της σύνταξής τους.
Άτομα με αναπηρία: Για όσους δεν μπορούν να εργαστούν, το κράτος θα προσθέτει μονάδες εφ’ όρου ζωής, ώστε κατά τη συνταξιοδότησή τους στα 65 να λαμβάνουν μια αξιοπρεπή σύνταξη.
Άτυποι φροντιστές: Πρόκειται για άτομα, συχνά γυναίκες, που αδυνατούν να εργαστούν γιατί φροντίζουν ηλικιωμένο ή ασθενή συγγενή στο σπίτι. Και για αυτούς προβλέπεται εφ’ όρου ζωής προσθήκη μονάδων, με τους απαραίτητους ελέγχους για τη σωστή χρήση των πόρων.
Φοιτητές και νεοερχόμενοι στην αγορά εργασίας: Πέραν των ισχυουσών πιστώσεων για τη φοίτηση στο Λύκειο, τη στρατιωτική θητεία και τις πανεπιστημιακές σπουδές, το νέο σύστημα θα παρέχει χρηματική αναλογία ενός έτους στους αποφοίτους, ως χρόνος αναζήτησης εργασίας. Ανάλογη παροχή θα ισχύσει και για τους αποφοίτους Λυκείου που έχουν ολοκληρώσει τη θητεία τους και αναζητούν εργασία.
Το πέναλτι του 12% και γιατί δεν μπορεί να καταργηθεί εξ ολοκλήρου
Ο Μουσιούττας εξηγεί ότι το πέναλτι εισήχθη κατά την οικονομική κρίση, όταν το όριο συνταξιοδότησης αυξήθηκε από τα 63 στα 65 έτη, προκειμένου να διαφυλαχθεί η βιωσιμότητα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η πλήρης κατάργησή του, εξηγεί, θα έθετε σε κίνδυνο την οικονομική σταθερότητα του ΤΚΑ και θα σήμαινε de facto επαναφορά του ορίου συνταξιοδότησης στα 63, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τις ευρωπαϊκές τάσεις.
Η απόφαση που ελήφθη είναι η μείωση του πέναλτι από 12% σε 7,5%, αλλά μόνο στο βασικό κομμάτι της σύνταξης. Ο λόγος, όπως εξηγεί ο Υπουργός, είναι ότι αυτή η επιλογή ευνοεί κυρίως τους χαμηλόμισθους που εργάστηκαν περισσότερα χρόνια αλλά κατέβαλαν μικρότερες εισφορές, σε αντίθεση με όσους είχαν υψηλότερες αποδοχές και ενισχυμένο αναλογικό κομμάτι.
Χαμηλοσυνταξιούχοι: Κανείς δεν θα πάρει λιγότερα
Αναφορικά με τη σύγχυση που έχει δημιουργηθεί γύρω από τους χαμηλοσυνταξιούχους και το λεγόμενο «μικρό τσεκούδι», ο Μουσιούττας είναι κατηγορηματικός: κανένας συνταξιούχος δεν θα λάβει συνολικά λιγότερα από ό,τι έπαιρνε πριν τη μεταρρύθμιση.
Παραθέτει δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα: Ένας χαμηλοσυνταξιούχος που λαμβάνει σήμερα 504 ευρώ, χωρίς το μικρό τσεκούδι, θα δει την σύνταξή του να ανέρχεται περίπου στα 754 ευρώ, αύξηση της τάξης του 50%, η οποία θα δοθεί σε βάθος πενταετίας. Αντίστοιχα, όποιος λαμβάνει 504 ευρώ σύνταξη και 230 ευρώ από το μικρό τσεκούδι, σύνολο 734 ευρώ, θα δει την σύνταξή του να αυξάνεται κατά 80-90 ευρώ, φτάνοντας τα 824 ευρώ περίπου, ακόμη και αν το ποσό του μικρού τσεκουδιού μειωθεί ανάλογα.
Διάλογος υπό δύο προϋποθέσεις
Ο Υπουργός δηλώνει ανοικτός σε εισηγήσεις από συντεχνίες, εργοδότες ή οποιονδήποτε πολίτη, στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης που βρίσκεται σε εξέλιξη. Θέτει, ωστόσο, δύο σαφείς προϋποθέσεις: η φιλοσοφία και η ουσία της μεταρρύθμισης δεν θα αλλάξουν, και κάθε εισήγηση που συνεπάγεται πρόσθετη δαπάνη πρέπει να συνοδεύεται από ισόποση μείωση κόστους αλλού.
«Το Ταμείο παραμένει βιώσιμο, αλλά βρίσκεται κοντά στα όρια του», προειδοποιεί, εξηγώντας ότι κάθε νέα επιβάρυνση χωρίς αντίβαρο θα εισάγει επικίνδυνη αστάθεια.
Στόχος παραμένει η εφαρμογή της μεταρρύθμισης από την 1η Ιανουαρίου 2027, ώστε κάθε συνταξιούχος να νιώσει τη διαφορά στην τσέπη του με το πρώτο έμβασμα του έτους.