Οι όροι των ασφαλιστικών συμβολαίων αποτελούν ένα από τα πιο κρίσιμα, αλλά και πιο παραμελημένα, στοιχεία της ασφαλιστικής σχέσης. Ελάχιστοι ασφαλισμένοι τους μελετούν διεξοδικά, και αυτό μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα δαπανηρό όταν έρθει η ώρα να ενεργοποιηθεί η κάλυψη.
Η υπογραφή χωρίς ανάγνωση
Η διαδικασία είναι γνωστή: ο ασφαλισμένος λαμβάνει τους όρους του ασφαλιστηρίου, δηλώνει ότι τους αποδέχεται και το συμβόλαιο εκδίδεται. Θεωρητικά, αυτό σημαίνει ότι ο ασφαλισμένος έχει ενημερωθεί πλήρως για το τι αγοράζει. Στην πράξη, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά.
Οι λεγόμενοι «γενικοί» και «ειδικοί» όροι ενός ασφαλιστηρίου εκτείνονται συχνά σε δεκάδες σελίδες, γραμμένες σε νομική ή τεχνική γλώσσα που δύσκολα κατανοεί ο μέσος πολίτης. Αποτέλεσμα: η συντριπτική πλειοψηφία των ασφαλισμένων δεν τους διαβάζει ποτέ. Αρκείται σε αυτά που του εξήγησε ο ασφαλιστής του κατά τη σύναψη της σύμβασης και, βάσει αυτής της ενημέρωσης, αποφασίζει να προχωρήσει.
Ο κρίσιμος κρίκος: η στιγμή της ζημιάς
Το πρόβλημα εμφανίζεται εκεί όπου η ασφάλιση καλείται να επιτελέσει τον σκοπό της: στη στιγμή που ο ασφαλισμένος χρειάζεται κάλυψη ή αποζημίωση. Σε αυτή τη φάση, είναι πιθανό η ασφαλιστική εταιρεία να επικαλεστεί συγκεκριμένους όρους που προβλέπουν εξαιρέσεις ή που αποκλείουν ορισμένες περιπτώσεις από την κάλυψη.
Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ιδιαίτερα δυσάρεστο: ο ασφαλισμένος να βρεθεί αντιμέτωπος με μερική ή ολική άρνηση αποζημίωσης. Η αίσθηση ότι «η ασφαλιστική δεν με καλύπτει» είναι κατανοητή, αλλά η εταιρεία από την πλευρά της μπορεί να υποστηρίζει, δικαίως, ότι οι όροι του συμβολαίου ήταν σαφείς ως προς αυτό που καλύπτεται και αυτό που εξαιρείται.
Πρόκειται για μια σύγκρουση που αναδεικνύει με τον πιο οδυνηρό τρόπο το κενό μεταξύ αυτού που νόμιζε ο ασφαλισμένος ότι αγόρασε και αυτού που πράγματι αγόρασε.
Ένα ζήτημα που αφορά ολόκληρη την αγορά
Οι όροι των ασφαλιστικών συμβολαίων έχουν αναδειχθεί σε μείζον ζήτημα σε επίπεδο ολόκληρης της ασφαλιστικής αγοράς. Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τους ιδιώτες, αλλά και τις επιχειρήσεις, οι οποίες συχνά συνάπτουν σύνθετα ασφαλιστικά προγράμματα χωρίς να κατανοούν πλήρως το εύρος και τα όρια των καλύψεων τους.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται κυρίως η δυσκολία κατανόησης των όρων, και πώς αυτή μπορεί να αρθεί. Η ανάγκη για απλούστευση της ασφαλιστικής γλώσσας δεν είναι καινούρια, αλλά παραμένει ανεκπλήρωτη στις περισσότερες αγορές, συμπεριλαμβανομένης της κυπριακής. Ο ασφαλισμένος, ιδιώτης ή επιχειρηματίας, έχει δικαίωμα να γνωρίζει με σαφήνεια τι αγοράζει, ποιες καλύψεις αποκτά και σε ποιες περιπτώσεις αυτές δεν εφαρμόζονται.
Η λύση: ενεργός ασφαλισμένος, όχι παθητικός υπογράφων
Η ιδανική λύση είναι η ουσιαστική απλούστευση και αποσαφήνιση των ασφαλιστικών όρων από πλευράς των εταιρειών. Μέχρι να καταστεί αυτό καθολική πρακτική, ωστόσο, η καλύτερη προστασία για κάθε ασφαλισμένο είναι η ίδια η ενεργός του συμμετοχή στη διαδικασία.
Αυτό σημαίνει να μην υπογράφει κανείς χωρίς να έχει διαβάσει τι υπογράφει. Να ζητά από τον ασφαλιστή του να εξηγεί βήμα προς βήμα όσα δεν κατανοεί. Να γνωρίζει εξαρχής ποιες είναι οι παροχές της ασφάλισής του, αλλά και ποιες περιπτώσεις εξαιρούνται από την κάλυψη.
Η ασφάλιση έχει αξία μόνο όταν ο ασφαλισμένος γνωρίζει τι έχει αγοράσει. Η ανάγνωση του συμβολαίου δεν είναι γραφειοκρατική διαδικασία, είναι πράξη ουσιαστικής προστασίας.




























